15.10.08

Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου

Η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου ήταν αητός. Σίγουρα με φτερά.

Τα φτερά δεν τα χρειάζονται μόνο όσοι θέλουν να πετάξουν. Τα φτερά δίνουν ζωή και σ' εκείνους που δεν σκοπεύουν να πετάξουν ποτέ -σαν να σνομπάρουν την αιωνιότητα- και όμως χρειάζονται ένα ταλέντο αχόρταγο να τους βασανίζει και κάθε στιγμή να τους εκδικείται κι εκείνοι να δημιουργούν επάνω του σχεδόν φασιστικά.

Τα φτερά είναι το ταλέντο. Άλλος τα ανοίγει και πετά, κι άλλος απολαμβάνει -σχεδόν μαζοχιστικά- την άρνησή του να πετάξει και γίνεται σιγά-σιγά αυτό που εγώ λέω "μάγκας". Γιατί αν το ταλέντο σε κάνει και πετάς, το να μπορείς να πετάξεις το ταλέντο σου από πάνω σου σε κάνει ταλαντούχο. Και σε κάνει και τραγικό μαζί.

Η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου γενήθηκε στο Αϊδίνι της Μικρασίας το 1893. Έζησε τη βία του ξεριζωμού και γλίτωσε τη σφαγή στιβαγμένη σε κάποια περιβόητη μαούνα του 1922, μαζί με τη μάνα και τα δυο παιδιά της: τη Μαίρη και την Καίτη.

Επέζησε της Μικρασιατικής καταστροφής, επέζησε του θανάτου του λατρμένου δεύτερου άντρα της, επέζησε του θανάτου της μάνας, επέζησε του θανάτου του παιδιού της, της Μαίρης της. Επέζησε του τζόγου, επέζησε της εκμετάλλευσης, επέζησε της αχαριστίας. Τα έζησε όλα και πέθανε γύρω στα 80 της χωρίς να χαρεί τιμών και βραβείων και εξακολουθώντας να τα σνομπάρει αφόρητα όλα αυτά, όπως μόνο ένας χαρισματικά ταλαντούχος άνθρωπος ξέρει να σνομπάρει αυτονόητα όλα και όλους όσοι εκθειάζουν το ταλέντο του.

Το ταλέντο δεν είναι κάτι για το οποίο προσπαθείς, είναι κάτι που σου δόθηκε εν αγνοία σου (είτε εσύ το εξέλιξες είτε το παράτησες να βαριανασαίνει εντός σου και κάθε τόσο ξεφυσάς αναστεναγμούς και βάρη). Άρα είναι αφόρητα ηλίθιο να κομπάζεις γι αυτό...Και η γιαγιά Ευτυχία ήταν διαολεμένα έξυπνη.

Ήταν μορφωμένη. Διάβαζε πολύ. Έπαιξε ρόλους στα σανίδια, σε τραπέζια καφενείων με μπουλούκια, σε πλατείες...Τελικά έγραψε τραγούδια. Πολλά τραγούδια. Τα περισσότερα τα έκανε στάχτη όταν προσπαθούσε να ανάψει τη φωτιά της σόμπας της να ζεσταθεί και δεν έβρισκε προσάναμμα...Άρπαζε ένα χαρτί από το γραφείο της, το τύλιγε και τ' άναβε... Κι ύστερα ο άντρας της φώναζε και εξαγριωνόταν κι εκείνη απαντούσε αδιάφορα "στίχοι ήταν; σιγά μωρέ..."

Πολλά από τα τραγούδια της μελοποιήθηκαν από σπουδαίους συνθέτες: Τσιτσάνης, Μπακάλης, Χατζιδάκις, Χιώτης, Καλδάρας...Και άλλα τόσα της τα αγόρασαν "φτηνοί" άνθρωποι για ένα πακέτο τσιγάρα ή μια φρατζόλα ψωμί όταν τα είχε ανάγκη, κι ύστερα κόμπαζαν ως μεγάλοι στιχουργοί.

Ο Μάνος Ελευθερίου γράφει (βλ. το πρόγραμμα της παράστασης "Ευτυχία Παπαγιαννοπούοου" σκην. Πέτρου Ζούλια, με τη Νένα μεντή):

"Το κακό είναι ότι πουλούσε τραγούδια σε άθλιους στιχουργούς, οι οποίοι είχαν μια οικονομική επιφάνεια, και καμώνονταν τους σπουδαίους και μέχρι σήμερα βλέπω να τα αναλύουν μικροβιολόγοι του τραγουδιού ως υποδειγματικά και αντιπροσωπευτικά δείγματα στιχουργικής του καθενός. Όμως τα τραγούδια "φωνάζουν" από μακριά ότι είναι δικά της. Έχουν το ύφος της, την τεχνικη της, τη μαστοριά της [..] κυρίως έχουν πάνω τους τα δακτυλικά της αποτυπώματα."

Ενδεικτικά αναφέρω μερικά από τα τραγούδια που έγραψε:

"Είμ' αητός χωρίς φτερά", "Πάρε το δάκρυ μου", "Απ' τα ψηλά στα χαμηλά", "Γεντί Κουλέ", "Είμαστε αλάνια", "Δυο πόρτες έχει η ζωή", "Η Μαλάμω", "Μου σπάσανε το μπαγλαμά", "Λίγο λίγο θα με συνηθίσεις", "Όνειρο απατηλό", "Περασμένες μου αγάπες", "Στ' Αποστόλη το κουτούκι", "Το τελευταίο βράδυ μου"...

Αφορμή γι αυτό το post στάθηκε η παράσταση που είδα χθες βράδυ: "Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου", με τη Νένα Μεντή ως Ευτυχία και σκηνοθεσία του Πέτρου Ζούλια.
Δε θα περιγράψω μήτε θα "αναμεταδώσω" κάτι από την παράσταση. Θα πω μόνο πως η Νένα Μεντή είναι συγκλονιστική και πως όποιος δεν δει ούτε φέτος αυήν την παράσταση (συνεχίζεται για δεύτερη χρονιά) θα έχει σίγουρα χάσει κάτι πολύ σπουδαίο...

Θα τελειώσω το φτωχό αυτό post (τίποτα δε μπορώ να γράψω που να αγγίξει το μέγεθος αυτής της γυναίκας) με λίγα αποσπάσματα από συνεντεύξεις της που βρίσκονται στο πρόγραμμα της παράστασης (το οποίο επίσης συστήνω να αγοράσετε).

12/2/1970, συνέντευξη στον Δ. Λυμπερόπουλο:
"...Κάθισε. Μπορεί να είναι η τελευταία μου συνέντευξη, και θέλω να τα πω. Ξέρεις, με τόσα σουξέ, γιατί δεν αξιοποιήθηκα οικονομικώς; Γιατί, μετά τον θάνατο της κόρης μου, το 1960, για να ξεχάσω, στράφηκα στα χαρτιά. Ήταν η καταστροφή μου. Ξενύχτια, εμπνεύσεις, μόχθος, χάθηκαν πάνω στην πράσινη τσόχα. Όλα έγιναν καπνός. Το λέω και σε κάποιο στίχο μου: Μα ήταν σκάρτη η ζαριά/ κι έτσι βγήκα μια βραδιά χαμένη."

1970, στο περιοδικό "ΓΥΝΑΙΚΑ":
"Το λαικό τραγούδι είναι ρωμαλέο. Είναι δυνατός αρμός που μας ενώνει με τα περασμένα, με την πλούσια παράδοσή μας σε λαϊκή τέχνη, λαϊκή μουσική [...] Βλέπετε τον Έλληνα, μερακλώνεται, και σηκώνεται και χορεύει ζεϊμπέκικο. Ας είναι και βιομήχανος. Δε λέω τον σνομπ, αλλά τον άλλο, που παθιάζεται και στριφογυρίζει, ζώντας κείνη τη στιγμή τους πόθους του και τα όνειρά του...Βαλσαμώνει τον πόνο του[...] Αλλά τι είναι έμπνευση, από πού έρχεται; Εγώ, ξαφνικά, εκεί που κάθομαι, παίρνω το μολύβι και αραδιάζω. Μια παρόρμηση είναι, που με κρατά ακόμα στη ζωή."

Καληνύχτα, γιαγιά Ευτυχία...