Κοίτα να δεις που πάλι από χθες σε θυμήθηκα. Πάνω που θα είχες αράξει κι εσύ στην ησυχία σου κι έκανες τις συλλήψεις και τους ξυλοδαρμούς σου ανενόχλητος. Μια συζήτηση όμως χθες, στο μάθημα, μου θύμησε ότι σε έχω παρατημένο κάπου εδώ γύρω...Και αναρωτιέμαι γιατί δε σου δίνω μια στη μούρη να σε κάνω σκόνη ρε μπάσταρδε.
Κρατάς στα βρωμόχερά σου ό,τι πιο ιερό έχω: την ελευθερία μου. Ναι ρε, περπατάω, κινούμαι και αναπνέω "ελεύθερα", μου το επιτρέπεις, δε λέω...Αλλά κατά πού περπατάω ρε; Πώς κινούμαι και τι σκατά αέρα αναπνεώ; Μου τα βρωμίζεις όλα αυτά: τον προορισμό μου, την ομορφιά των κινήσεων της ζωής, την ελευθερία που αναπνέω και τελικά μόνο την εκπνέω.
Σ' αφήνω κι αλωνίζεις γιατί μάλλον έτσι με βολεύει. 'Η -σωστότερα- έτσι βολεύει το μικρονοϊκό μου, ελάχιστό μου, τιποτένιο μου "εγώ" που ψάχνει πάντα στο σκοτάδι μια δικαιολογία για όλα όσα πάνε στραβά, για όλα όσα δεν κατάφερα "ακόμα", για όσα έχασα κι όσα δεν κέρδισα, για όλα όσα τόλμησα και χάλασα και όλα όσα ακόμα δεν έφτιαξα. Και τότε, αντί να δω στον καθρέφτη τη φάτσα μου και να αλλάξω πορεία, κοιτάω μέσα μου και βλέπω εσένα...Όλοι οι φόβοι μου μαζεμένοι στη μούρη σου, κι ό,τι καλύτερο είχα να επιδείξω σαν άλλοθι, είσαι εσύ...Εσωτερικέ μου μπάτσε, καλημέρα!
Ο εσωτερικός μπάτσος, αλλιώς ο μπάτσος που κρύβεις μέσα σου (δεν κρύβεται...τον κρύβεις), κάθε φορά που πας να λύσεις έναν κόμπο απ' τα χέρια σου, τσιγκλάει και φέρνει "πάνω" κάθε μικρό ή μεγάλο, ανόητο ή "δικαιολογημένο" φόβο σου, κάθε απωθημένο και κάθε λογής σκουπίδι που κουβαλάς ή σου φορτώσαν και σε ακινητοποιεί. Και τότε καταντάς απλά ένα σώμα με ένα κεφάλι γεμάτο σκουπίδια πάνω στο λαιμό σου...
Είναι αυτός που όταν θες να πεις σε κάποιον ότι τον αγαπάς σου ανεβάζει έναν κόμπο στο λαιμό. Είναι αυτός που όταν θες να κάνεις κάτι για σένα σε γεμίζει ενοχές και στο τέλος σε καταντάει να είσαι όντως ένα εγωιστικό καθίκι καθημερινής τρέλας. Είναι αυτός που όταν νιώθεις μόνος σε εγκλωβίζει στη μοναξιά σου και δεν ανοίγεις ένα παράθυρο να δεις έναν άνθρωπο να περνάει. Είναι αυτός που όταν αγωνίζεσαι να εκφράσεις τη ψυχή σου κι όσα αυτή ζητάει σε κάνει να ντρέπεσαι, να διστάζεις, να κλαις, να δειλιάζεις.
Και σίγουρα είναι αυτός που σε κάθε μικρό ή μεγάλο αδιέξοδο της ζωής σου, σε κόλλησε με την πλάτη στον τοίχο και σου ρήμαξε τη ζωή...Για λίγο ή για πολύ δεν έχει σημασία...Κάθε ώρα της ζωής σου που ρημάζεις, είναι σαν να έχασες μια παρτίδα με τον Θάνατο. Κι ο εσωτερικός σου μπάτσος, είναι ο πιο φασίστας, ο πιο καριόλης δεσμοφύλακας που γίνηκε ποτέ...
Ίσως αύριο να με δέσει πάλι και να μην τολμήσω να κουνηθώ -ποιός ξέρει για πόσο αυτή τη φορά. Ίσως όμως και όχι...Ίσως αύριο τον βρουν νεκρό κάπου στο παρελθόν μου...Σήμερα όμως, ή έστω ΤΩΡΑ, η τύχη του αγνοείται...Και μέχρι να με βρουν δεμένη ή αυτόν νεκρό, τουλάχιστον κερδίζω μια παρτίδα με τον Θάνατο.
Εξάλλου, ό,τι κι αν κάνω, όσο κι αν την παλέψω, σ' αυτό το μεγάλο καρναβάλι που ζούμε, μάσκα δεν έχω να γυρνώ...Θα τριγυρνώ με την απόχη μου λοιπόν, και θα μάθω να τρυγώ της θάλασσας την πονηριά και της σιωπής τον πλούτο...
16.4.08
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)




