Θυμάμαι εκείνες, τις πρώτες μέρες της μεγάλης απόγνωσης. Τις μέρες που ανάσαινα με τόση δυσκολία που λες και τα πνευμόνια μου είχαν πετρώσει. Εκείνες τις μέρες που στάθηκα ανήμπορη να αντιμετωπίσω την μία και μόνη αλήθεια. Εκείνη την αλήθεια του εν ζωή θανάτου, το ψέμα της ζωής, τον δήμιο των ονείρων, τη μήτρα του πόνου: το οριστικό και αμετάκλητο.
Θυμάμαι εκείνες, τις πρώτες ώρες της μεγάλη σιωπής που μπρος στα μάτια μου περνούσαν όλα τα ειπωμένα λόγια σαν να μην τα άκουσα ποτέ, σαν να μην υπήρχαν τα χείλη που τα έθρεψαν, σαν να μην υπήρξα ποτέ "εκεί" να τα πιστέψω.
Θυμάμαι εκείνες, τις ύστερες μέρες, εβδομάδες, μήνες που πάσχιζε η υπομονή να επιβιώσει της οδύνης, που μάτωνα τα δάχτυλα των λυγμών μου για να μην σφιχτούν γύρω από το λαιμό μου και στραγγαλιστεί η ελπίδα, εκείνη η καταραμένη ελπίδα, η μητέρα όλων των χαμένων μαχών.
Θυμάμαι εκείνες, τις πρόσφατες ώρες που η παράνοια του άλλου γινόταν βαρίδι στα φτερά της σκέψης μου, που η ψυχή μου γινόταν σκλάβα σε ένα μάταιο "πώς;", σε ένα ανύπαρκτο "επειδή", όσο ανύπαρκτοι είναι και οι φόβοι, κι όμως...Παραλύουν το κάθε κύτταρο, εξουσιάζουν την κάθε σταγόνα από το αίμα σου, τρώνε τα συναισθήματά σου και πεθαίνουν μόνο μαζί σου.
Θυμάμαι κι άλλα, κι άλλα τόσα που εύχεσαι να ξεχάσω, τώρα που είναι πια αργά για όσα δεν ήρθε ποτέ "η ώρα τους", τώρα που τραβάω την κουρτίνα και υποκρίνομαι πως παύεις να υπάρχεις, τώρα που ξέρω ότι γύρισες και χτυπάς την πόρτα αλλά εγώ ούτε καν βαδίζω μέσα στο ίδιο μου το σπίτι για να μην καταλάβις ότι είμαι μέσα...Δεν σου ανοίγω, δεν θέλω να σε δω, δεν έχω να σου πω τίποτα άλλο πάρα μόνο τούτο:
Θυμάμαι ακόμα...